ἔμπλεκτος

ἔμπλεκ-τος, ον,
A inwoven: ἔμπλεκτον, τό, ashlar filled up with rubble, Vitr.2.8.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμπλεκτος — η, ο (AM ἔμπλεκτος, ον) πλεγμένος, συνδεμένος με πλοκή αρχ. μσν. το ουδ. ως ουσ. τὀ ἔμπλεκτον είδος τοιχοδομίας κατά την οποία τα εξωτερικά μέρη τού τοίχου οικοδομούνται με χοντροπελεκημένες πέτρες και τα ενδιάμεσα κενά γεμίζονται με χαλίκια (και …   Dictionary of Greek

  • έμπλεκτον — το βλ. έμπλεκτος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.